Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Χ

Αγκωνάρι, το
pierre de taille

-Γωνιαία ορθογώνια πέτρα, πελεκητή, και γενικά κάθε πέτρα. "αυτό το σπίτι όλο και μ' αγκωνάρια το' χου χτισμένο". Παροιμία: "η καλή η πέτρα θα πάει στο καντούνι της". Πρβλ. και τα ριζό(γ)ωνα του σπιτιού, το κάτω μέρος στις γωνιές. (Κάρπαθος).
-Pierre angulaire taillée en rectangle, destinée à etre utilisée sans mortier extérieur dans une construction. (angonari, Karpathos).


Αλιτάνα, η
petit enclos

-Μικρό περιφραγμένο μέρος της αυλή σπιτιού, όπου φυτεύονται λουλούδια, δέντρα και κλίμα για την κριαττίνα (κρεβατίνα). It. altana. (Κάρπαθος).
-Petit enclos qui sert de jardin, aménagé dans la cour de la maison. (alitana, Karpathos).

Άλωνα, η. Το αλώνι.
aire de battage (aloni)

-Το αλώνι. "Το βούιν ανεκεφαλιάζει στην άλωνα. Ούλη την ημέρα θερίζεις και δεν ανεκεφαλιάζεις". "Πωρνό, πωρνό θα πάω στην άλωνα να ξαχερίσω γιατ' ο καιρός είναι καλός." Η ξεχερίστρα είναι πλευρά του αλωνιού που μένει ελεύθερη, ώστε να φυσάει ο άνεμος και να παρασύρει τα άχυρα, οι άλλες πλευρές φράζονται με θάμνους. Οι περιθέρες της άλωνας είναι οι μεγάλες ορθές πέτρες που την περιβάλλουν. (Κάρπαθος-Karpathos). Στην Κάρπαθο και στη Κάσο ο πάτος της άλωνας αφού επιστρωθεί με χοχλάτσια ή πλάκες, επαλείφεται με βουτσά, βουτσώνεται, οι αντίστοιχες ονομασίες της κοπριάς στην Κάσο είναι (β)ουδιά και (β)ουσσές. Στη Νίσυρο: Αλωνότοπος: λέγεται μέρος του χωριού όπου είναι χτισμένο το αλώνι. (Ένα χωράφι μπορούσε να έχει αλώνι χωρίς την υπόλοιπη αποστροφή). Ορισμένα αλώνια ήταν στρωμένα με πλάκες και κτισμένα, τριγύρο, με πέτρες που τις λέγαν πλάστιγγους. Τα αλώνια στα ξωχώραφα που δεν είχαν πλάστιγγους, είχαν κατά κανόνα το έδαφος τους αλειμμένο με βουδιές που ξεραμένες δημιουργούσαν μια σκληρή επιφάνεια. Στην Τήλο αλωνότοπος λέγεται τόσο τον χώρο που καταλαμβάνει ένα αλώνι, όσο και μια περιοχή με πολλά αλώνια.


Αμπάρι, το
grenier; grange

-Aποθήκη γενικά, και ιδιαίτερα εκείνη των σιτηρών. (Κάρπαθος).
-Partie d' un bâtiment rural destinée à la conservation des grains. (ambari, Karpathos).


Ανάβλοχας, ο
terrasse

-Οι ανάβλοχοι, αναβλοχερό χωράφι. Αναβλοχέρι ονομάζεται στην Κάρπαθο ένα μικρό χωράφι που βρίσκεται σε κατωφέρεια και έχει αλλεπάλληλους ξεροτρόχαλους τοίχους υποστήριξης των χωμάτων. Στους ανάβλοχους σωρεύεται η βροχή και οι λάσπες. Έτσι λέγεται και μέρος που είναι κατωφερές, έχει διαμορφωθεί σε στενόμακρες αλλεπάλληλες λωρίδες γης που υποστηρίζονται με βασταούς. "Αυτό το χωράφι είναι λουριά -λουριά". (Κάρπαθος).
-Parcelles de terre aménagées sur un terrain en pente, et découpées en paliers juxtaposés, limités par des murs ou murets en pierres sèches (vastaï). Terrassement d' un territoire en pente à l'aide de murs et murets successifs en pierres sèches pour les cultures en terrasses. (anavlohas, louri, seti, ochtia, etc. selon les regions).


Ανάθινος, ο. (Ελ.)
borne

-Το όριο ανάμεσα σε δύο αγρούς, που αποτελείται από πέτρες ή σωρό χώματος. Ξαναθινίζω: βγαίνω την ώρα του οργώματος από τα όρια του αγρού μου, και μπαίνω στο διπλανό για να στρέψω τα ζώα να γυρίσω να συνεχίσω το όργωμα του δικού μου ανάθινου. (Κάρπαθος).
-Petit tas de pierres dressé entre deux champs destiné à matérialiser la limite entre les deux. (anathinas, Karpathos).


Ανε(β)ουνάρα, η (Ελ.)
saillie

-Ύψωμα από χώμα με το οποίο χωρίζονται δυο αγροί. (Κάρπαθος).
-Amas de terre ou de cailloux destiné à séparer deux champs ou deux parcelles. (anevounara, Karpathos).


Απανάρης, ο .(Ελ.)
meule d' en haut

-Η πάνω μυλόπετρα (το απανάριν), βλ. κατάρης ή καταρέα. (Κάρπαθος).
-Meule courante ou tournante. (apanaris et kataris, Karpathos).


Αποκολώννω
couronner

-Εμποδίζω "Αποκόλωσε τα οζά του φρα(γ)μού να μηβ βώ(σ)κου μέσα στο σπαρμένο". (Κάρπαθος).
-Couronner le mur d'enclos d'un champ cultivé pour repousser les animaux.


Αωμάτιστος, -η, -ο
__

-Αναφέρεται στη στέγη κτισμάτων πάνω στην οποία δεν μπήκε χώμα για να την κάνει αδιάβροχη. "Ήφη(κ)ες εφέτι το στάβλον αωμάτιστο και θα τρέχει το χειμώνα". Επίσης, στη σκέπαση του σπιτιού βάζουν την πήλια, που είναι η λάσπη που απλώνεται πάνω στις σφάκες ή τις ακάθθες και που στη συνέχεια σκεπάζεται από τη πατελλιά, την οποία πατούν με το στρογγύλι. Βλ. (δ)όρωμα. (Κάρπαθος).
-Toiture-terrasse construite à sec, sans "mortier d'hirondelle" (mortier de terre). (aomatistos, Karpathos).

Β

Βασταός
__

-ο τοίχος των αγρών (λουριά) που κτίζονται στις πλαγιές για να βαστάνε το χώμα (το ανάλημμα). (Κάρπαθος-Κάσος). Οι βασταοί είναι ξεροτρόχαλοι. (Κάρπαθος). Επίσης οχτιά (Νίσυρος-Πάτμος), σέτι (Λέσβος), τράφος (Κυκλάδες). Στη νήσο Νίσυρο βαστάδι λέγεται ο τοίχος αντιστήριξης της ταύλας που κρατάει το χώμα. Στη βάση του φύτευαν μερικά κλήματα (έβαλα μερικές ρίζες αμπέλι στο βαστάδι). Στην Τήλο χρησιμοποιούν τον όρο τράφος.
-Mur de soutènement parement en pierre seche pour les cultures en terrasses sur un terrain en pente. (vastaos, Karpathos-Cassos; ochtia, Nisyros-Patmos; seti, Lesvos; trafos, Cyclades).


Βωλόσυρο, το
herse

-Η σβάρνα που χρησιμεύει για να ισοπεδώνει τους βώλους στην επιφάνεια των χωραφιών. Ο βωλόσυρος ήταν φτιαγμένη από χοντρό ξύλο, και στην κάτω επιφάνεια είχε σχισμές μέσα στις οποίες τοποθετούσαν εκατοντάδες κοφτερές τσακμακόπετρες. (Κάρπαθος-Κάσος).
-Instrument agricole formé d'un chassis en bois muni de dents de pierre (silex ou opsidienne), que l'on traîne sur le sol pour le travailler en surface. (volosyro, Karpathos-Cassos).

Γ


Γκιόλα
__
-Μεγάλη γούρνα για το βρόχινο νερό, που κατασκευάζεται σκάβοντας τη γη και στρώνοντας τις πλευρές και το άνοιγμα με πέτρες. Χρησιμεύει για το πότισμα των ζώων.(Λέσβος).
-Réservoir d' eau en forme d' ellipse, creusé dans la terre et dallé de pierres. Sert comme abreuvoir principalement pour les animaux domestiques. (gjiola, Lesvos).


(Γ)ούρνα, η (βούρνα)
bassin

-Κοίλη πέτρα από μάρμαρο ή από πώρο μέσα στην οποία τα ζώα πίνουν νερό. Η μεγάλη δεξαμενή λέγεται χαβούζα. (Κάρπαθος).
-Pierre concave qui sert d' abreuvoir pour les animaux. (urna, gourna, havouza).

[γ]ύψος
plâtre

-"να γυψέσωμε τη χολέντρα να μη ποτίσει ο τοίχος". (Κάρπαθος).
-Emplâtrement des paroix d'un réservoir ou d'un conduit d'eau (gypsos, Karpathos).

Δ

(Δ)ορώματα, τα
mortier de terre

-(Δ)όρωμα, (δ)όρωση λέγεται το πρώτο χώμα, το λασπώδες που ρίχνουν πάνω στη σκεπή. Την ημέρα που κάνουν τα (δ)ορώματα του καινούργιου σπιτιού βάζουν τη σκέπαση, οι συγγενείς γέρνουν κανίσκια και γιορτάζουν. Στη σκέπαση του σπιτιού βάζουν την πήλια, που είναι η λάσπη που απλώνεται πάνω στις σφάκες ή τις ακάθθες και που στη συνέχεια σκεπάζεται από τη πατελλιά. Χρησιμοποιούν το στρογγύλι για να πατήσουν καλά το δώμα. (Κάρπαθος).
-La première couche de mortier de terre argileuse dont on recouvre la toiture-terrace pour la rendre étenche. (dhoromata, Karpathos).

Ε

Εγλείστρια, η (Ελ.)
bercail

-Κλειστός χώρος μέσα στον οποίο βάζουν να αμνοερίφια για να τα αποκόψουν, και να οικονομήσουν το γάλα (βλ. σακάζω). "Απόκλεισε τ' αρνιά στην εγκλείστρια να μην ανεκρούσουν (θηλάσουν)." (Κάρπαθος).
-Espace clos d' une bergerie, lequel est réservé à y garder les agneaux et chevreaux à sevrer. (englistria, Karpathos).

Εμπαστσά
entrée

-Είσοδος, εμπασιά, άνοιγμα χωραφότοιχου προς τη πλευρά του δρόμου κλεισμένη με κάντζελο ή μάτσελο, πόρτα από 4-5 κάθετες ακατέργαστες σανίδες στηριγμένη σε δυο πασσάλους. (Κάσος).
-Ouverture d'entrée sur un mur de clôture, laquelle donne accès à la rue jalonnant la haie et qui est fermée par une porte construite par des planches de bois; le tout rehaussé sur deux piquets. (embasta, Cassos, embasia.

(Ε)σσωκέλλαρος, ο
__

-Λέξη ποιμενική αναφέρεται σε χώρισμα της μάντρας μέσα στο οποίο κλείνουν τα αμνοερίφια που απογαλακτίζουν. (Κάρπαθος).
-Mur d'enclos qui sépare, à l' intérieur d' une bergerie, l'enclos ou sont gardés les les agneaux et chevreaux à sevrer. (esokelaros, Karpathos).

(Ε)σωλλαΐζω (σωλλαγίζω)
__

-Αναφέρεται στην απελευθέρωση των κλεισμένων αμνοεριφίων που απογαλακτίζονται για να ξανασυναντηθούν με τις μανάδες τους μετά το άρμεγμα: "άνοιξε τηπ-πόρτα να σωλλαΐσουν τα ρίφια και τ'αρνιά". Επίσης σακάζω, χωρίζω τα μικρά από τις μανάδες τους και τα κλείνω σε ένα περιφραγμένο χώρο για να μη θηλάσουν. (Κάρπαθος).
-Faire sortir les agneaux et chevreaux du bercail une fois la période de sevrage achevée (esolajizo).

Ζ

Ζευγαρίσιμο, το
arable

-Χωράφι ομαλό που καλλιεργείται (ζευγαρώνεται) εύκολα, με ένα ζευγάρι βοδιών, σε αντίθεση με το σκαφτιάρικο χωράφι που χρειάζεται να σκαφτεί με σκαπάνη. Πρβλ. επίσης καλουργισμένο χωράφι ("η καλουργιά να'ναι βαθά"). (Κάρπαθος).
-Champ plat ou parcelle que l'on peut labourer à la charrue. (zevgarisimo, Karpathos).

Θ

Θυρί, το
niche

-Θυρίδια, μικρή κόχη ή άνοιγμα στους τοίχους των στάβλων. Το θυρί ή η θυρία είναι στενόμακρη και χρησιμεύει για αερισμό και φωτισμό: "Ο στάβλος μας έχει πολλές θυρίες στο μέρος του βοριά και κάνει για μητάτο." Συχνότερα πάντως η θυρία είναι μια ορθογώνια κόχη όπου τοποθετούνται διάφορα χρήσιμα αντικείμενα. (Κάρπαθος).
-Renfoncement ménagé dans les murs d' une cabane en pierre sèche, pouvant recevoir divers objets utiles. Une niche peut aussi être une ouverture dans les murs d' une bergerie, pour faciliter l' aération des produits laitiers. (thyri, Karpathos).

Ι

Ιστέρνα, η, Γιστέρνα
citerne

-Δεξαμενή, στέρνα. "(γ)ύρισε το νερόν-να (γ)εμώσ' η στέρναν-να ποτίσωμε". (Γ)ισρτερνιάζει: συγκέντρωση του νερού σε ένα μέρος. Cisterna. Βλέπε λατσία, λατσιές. Η μεγάλη δεξαμενή λέγεται χαβούζα. (Κάρπαθος). Στη νήσο Νίσυρο Βεστέρνα ή Στέρνα: λέγεται η δεξαμενή, του σπιτιού όπου μαζεύουν το νερό της βροχής. Η στέρνα είναι όλη σκαμμένη μέσα στο έδαφος. Έχει σχήμα μπουκαλιού, με στενότερο το πάνω μέρος που ονομάζεται χάντρο. Το κέντρο του πάτου της στέρνας ονομάζεται μολύβι, εκεί μαζεύεται το τελευταίο νερό. (Έδιασσεν η βεστέρνα μας, το [γ]κραμπάτσι βρίσκει κιόλας στομ πάτο.) Τράχηλας λέγεται το στόμιο, που είναι συνήθως μια σκαλισμένη μαλακόπετρα με στρογγυλή τρύπα. Η βεστέρνα σοβατίζονταν με ένα μίγμα ασβέστη και βαστρί (Κοπανισμένα κομμάτια αγγείων). Το μέγεθός της βιστέρνας μετριόταν σε μπόγια, βεστέρνα τρία μπόγια, τέσσερα μπογιά και η περιεκτικότητα της σε νερό σε "πιθαμές", πέντε πιθαμές, οκτώ πιθαμές. Το ίδιο όνομα είχε επίσης μεγάλο αγγειό ή μικρό αγγειό.
-Réservoir où l'on recueille et conserve les eaux de pluie qui tombe sur la toiture-terrasse ou sur l'aiguade, impluvium. (isterna, jisterna, Karpathos; sterna).

Κ

Καλέμι, το
aiguille/broche/poinçon/ciseau de tailleur de pierre

-Εργαλείο για την επεξεργασία της πέτρας και του μαρμάρου. Τουρκ. καλέμ. (Κάρπαθος).
-Tige de métal pointue servant à tailler la pierre. (kalemi).

Καντούνι, το
pierre d'angle

-Πέτρα που μπαίνει στη γωνία, "τρικάντουνος, τεσσαρακάντουνος+, τεσσαρακάντουνο σπίτι. Επίσης η εσωτερική ή η εξωτερική γωνία του σπιτιού. It. cantone. (Κάρπαθος).
-Pierre placée aux angles d' une bâtisse; chaînage d'angle (cantouni, Karpathos).

Κατασταλός, ο
terre alluviale

-Η λάσπη και το χώμα που κάθεται (κατασταλάζει) από τις πλαγιές σε επίπεδα μέρη και αυξάνει την ευφορία του χωραφιού. Γενικά το κατακάθι ( "ο κατασταλός του κρασιού"). Επίσης ή χουέλη, το χώμα που κατεβαίνει από τις πλαγιές: "Στηχ-χουέλητ-το σπαρμένο γ-γίνεται ψηλό." (Κάρπαθος).
-Dépot de terre résultant de l' érosion provoquée par les eaux pluviales. (katastalos Karpathos).

Καψάλα, η (Ελ. καψαλέα)
brûlis

-Χωράφι σε πλαγιές κακής ποιότητας, στο οποίο καίνε τους θάμνους για να ετοιμαστεί για καλλιέργεια και σπορά. Τα επίπεδα χωράφια δεν χρειάζονται πάντα κάψιμο, πρέπει απλώς να "καθεριστεί" από τα αγκάθια, συχνά όμως τ' άσπαρτα χωράφια τα περικάβγουν για να τα καθαρίσουν (περικάβγω, περίκαμμα, περικαμμένο). (Κάρπαθος).
-Champ en pente dont les herbes ont été brûlés afin de préparer le sol à la culture. (kapsala).

Κοτράφι, το
fossé

-Χαντάκι πίσω και στα πλάγια του σπιτιού απ' όπου φεύγουν τα νερά της βροχής που πέφτουν από τη στέγη. (Κάρπαθος).
-Fossé creusée en long des parois extérieures d'une construction ou d'une bâtisse pour faciliter l' écoulement des eaux de pluie qui dégoulinent de la toiture; aigaire servant à l'écoulement des eaux pluviales. (Karpathos).

Κούμιλο, το (τα κούμιλα)
koumilo

-Οι δύο ορθογώνιες πέτρες πάνω στις οποίες τοποθετούν τη χύτρα και ανάμεσα από τις οποίες ανάβουν φωτιά. Κούμιλο λέγεται και ο κύκλος ή η γωνιά της εστίας. (Κάρπαθος).
-Les deux pierres rectangulaires entre lesquelles on allume du feu pour y déposer la marmite et faire cuire la nourriture. (koumilo, Karpathos).

Κουμούλα, η
__
-Ο υπερυψωμένος γείσος των σπιτιών με χωμάτινο δώμα. Η κουμούλα έχει συνήθως ύψος 20-25 εκ. και είναι στρογγυλή στο πάνω της μέρος. (Κάρπαθος).
-Bordure des toitures-terrasses servant à contenir les eaux pluviales, afin de les diriger vers le chéneau ou le tuyau de descente qui alimente l'impluvium. (koumoula, Karpathos).

Κουτούτο, το
conduit d'eau

-Ο σωλήνας ή το αυλάκι υδραγωγείου, condotto. (βλ επίσης το λούκι). (Κάρπαθος).
-Chéneau (coutouto, condoto)

Κωνοολείο, το
__

-Αγρός στην Ελυμπο που βρίσκεται δίπλα στον σταύλο και έχει μέσα αλώνι. (Πρβλ. επίσης το κουνάρι: ο σωρός από στάχυα έτοιμα για αλώνισμα, κουναριάζω τα στάχυα σε έναν κουναρότοπο). (Κάρπαθος).
-Champ attenant à l'étable et contenant une aire de battage. (konoolio, Karpathos).

Λ

Λατσία, η (λατσιές)
__

-Στέρνα βρόχινου νερού. "Στησ-Σαρίαν όλ' από λατσίες πίνουν οι αθρώποι νερό". Το νερό βγαίνει από τον πόρο της λατσίας (το στόμιο). (Κάρπαθος).
-Citerne où l'on recueille et conserve les eaux de pluie, impluvium. (latsia, Karpathos).

Λασσιά (λατσιά)
lassia, latsia

-Στέρνα, λάκκος όπου μαζεύεται το βρόχινο νερό που πέφτει στα (δ)ώματα των σπιτιών. Το νερό οδηγείται στις λατσίες με τις χολέτρες, τις υδρορρόες. (Κάσος).
- Réservoir où l' on recueille les eaux de pluie qui tombent sur les terrasses des maisons. L' eau est y est conduit par les chéneaux et les tuyaux (cholendra) de descente. (lassia, Cassos).

Λωρός, ο, και το λουρί
parcelle

-Στενόμακρο χωράφι σε σχήμα λουρίδας. "Πόσο μου το πουλάς αυτόν ειά τολ-λώρο;" ή "έχομε δ-δυο τρία λουριά στου Κραμπά και θα τα σπείρωμε γλυκύδια". Βλέπε ανάβλοχας. (Κάρπαθος). Επίσης μακρόστενο χωράφι σε πλαγιά. Τα μικρότερα χωράφι στην πλαγιά ονομάζονται λουρί και λουράτσι. Ο λώρος με τα λουριά και τα λουράτσια στη σειρά, σε πλαγιά σχηματίζουν τη σκάλα. (Κάσος).
-Champ en forme de bande, amenagé sur une pente en terrasse. (Karpathos). Les plus petits champs sur les bords de la pente sont appelés par le diminutif, "louratsia". Les "loroi" et les "louratsia" pris ensemble sur un terrain en pente forment la terrasse et les cultures en terrasses. (loros, Cassos). Ces parcelles résultent d'un épierrage.

Μ

Μάζακας, ο
__

-Πέτρα στρογγυλή ακατέργαστη. (Κάρπαθος).
-Pierre ronde non taillée (mazakas, Karpathos).

Μάκελλος, ο
__

-Ξύλινος φράκτης που εμποδίζει την είσοδο τα ζώα. Στην Κάρπαθο για να απομακρύνουν τα ζώα από τους κήπους τοποθετούσαν μάκελλους στις διάφορες εισόδους του χωριού για να κρατούν τα ζώα "όξου του μακέλλου". Μάκελλους έχουν οι είσοδοι των αμπελιών και των περιτειχισμένων χωραφιών : "κλείωσε τομ-μάκελλον-να μην έμπη μέσα ο γά(δ)αρος." Βλέπε και Εμπαστσά. Και στην Κάσο μάκελλος λέγεται ο ξύλινος φράκτης που εμποδίζει την είσοδο των ζώων σε μια περιοχή. (Κασος).
-Haie de bois qui empêche l'entrée des animaux dans les jardins. Par des makellos étaient aussi fermées les entrées des vignobles et des champs clôturés par des murs en pierre sèche. (Cassos).

Μάντρα, η
__

-Η ποιμενική μάντρα. Η λέξη μαντρί αναφέρεται και στο κοπάδι. Μαντρίζω: μαζεύω τα αιγοπρόβατα μέσα στο μαντρί. Η μάντρα είναι ένα μέρος φράγμενο με πέτρες ή με κλαδιά. Είναι κυκλικό, σαν μια άλωνα, και έχει μια στενή είσοδο, το πόρο, απ' όπου μπαίνουν και βγαίνουν τα σφαχτά. Στο εσωτερικό της κάθε μάντρα έχει ένα μικρό κελλί, το εριφόκελτο ή μαντράκι. Το μαντράκι αυτό έχει μια στενή και χαμηλή πόρτα που την κλέινουν με ξερά κλαδιά από ασπάλαθους και πρίνους. Ο περίγυρος της μάντρας λέγεται αποϋρίστρα, εκεί μαζεύονται τα ζωντανά και με ραβδια, κλαδιά και φωνές τα οδηγούν να μπουν μέσα από τον πόρο. (Κάρπαθος).
-Enclos circulaire en pierre sèche et couronné de branches épineuses, adjacent à la bergerie. (mandra, Karpathos).

Μαντροκάθισμα, το
bergerie

-Εξοχικό κατάλυμα (ή μητάτο), όπου μένουν οι βοσκοί χειμώνα καλοκαίρι. Είναι πηλόκτιστα ή ξεροτρόχαλα, η σκεπή και ο πάτος είναι με χώμα, έχει μια πόρτα και για αερισμό και φωτισμό έχει στενά θυρία. Κάθε μιτάτο είναι χωρισμένο στο γιατάκι και στ' αουμέσα (από μέσα). Η τυροκομική εργασία γίνεται στο γιατάκι, εκεί ανάβουν και τη φωτιά, μαγιρεύουν και τρώνε. Στις θυριές του τοίχου, που χρησιμεύουν για ντουλαπάκια, βάζουν τα ψωμιά και τα συφάγια.. Το μαντροκάθισμα χτίζεται σε κατάλληλο χωράφι που έχει το ίδιο όνομα, όπως και γενικότερα ο περίβολος της μάντρας, με τον αγρό που βρίσκεται στο μέρος όπου είναι κτισμένη η στάνη με το τυροκομείο. Σύνθετες λέξεις: μαντρότοπος, μαντρόσπιτο, μαντροκέλι, μαντρόσκυλλος, μαντρό(γ)αλα (γάλα που το παίνουμε κατ' ευθείαν από την μάντρα). (Κάρπαθος-Karpathos). Στην νήσο Τήλος Αποθέτρα: ονομάζεται ένα γεωργοκτηνοτροφικκό συγκρότημα που αποτελείται από τον σταύλο, τη θυμωνιά, τις καλύβες, τον αχερώνα, τη γιστέρνα και ενδεχομένος το λιοτρίβι. Στο πολύνησο της Νισύρου Αποστροφή: λέγεται μεγάλο χωράφι που έχει βεστέρνα, μάντρα και σταύλο, και αλώνι. Σπίτι της αποστροφής: μικρό σπίτι κτισμένο με ξερολιθιά (ξεροτράχαλο) και με τη στέγη στηριγμένη σε καμάρες. Χρησίμευε και για κατάλυμα των γεωργών που εξώμεναν την εποχή του θέρους και του σπόρου. Στη Τζια το οίκημα λέγεται σταβλί.
-Ensemble agropastoral formé d'un bâtiment et d'enclos en pierre sèche pour abriter les moutons, pour la traite des brebis, les soins et pour la préparation des fromages et des autres produits laitiers. (mitato, Karpathos). La bergerie (apostrofi, Nisyros; stavli, Kea) peut aussi comporter une ou plusieurs aires de battage; une grange et même une huilerie.

Μάντωμα, το
__

-Χοντρό και στέρεο δοκάρι που μπαίνει πάνω από την πόρτα και τα ανοίγματα των παραθύρων. (Κάρπαθος). Στα περισσότερα μέρη τα πρέκια των ανοιγμάτων είναι από πέτρινα δοκάρια.
-Poutre en bois placée à la partie supérieure des portes et fenêtres et servant de support dans la construction, en portant sur les côtés des ouvertures la charge des parties supérieures. (mandoma, Karpathos). Souvant les linteaux des ouvertures sont en pierre.

Μελισσοθούκη, η
rucher

-Τόπος όπου τοποθετούν τις κυψέλες (μελισσοθήκη). Ως μελισσοθήκη αναφέρεται στην Κάσο, το μέρος όπου τοποθετούνται τα σμηνάρια. (Κάρπαθος).
-Emplacement aménagé pour les ruches. (melisothiki, Cassos, Karpathos).

Μεσαρία, η (Ελ)
__

-Χωράφι που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άλλα. (Κάρπαθος).
-Champ situé entre deux autres champs. (mesaria, Karpathos).

Μητάτο το
bergerie

-Το οίκημα, καλύβι και κατοικία των βοσκών με το τυροκομείο και τους γύρω του περιβόλους, όπου μαζεύονται για άρμεγμα οι κατσίκες και οι προβατίνες. Metatum, κατάλυμα. Συνώνυμο του το μαντροκάθισμα. (Κάρπαθος).
-Bâtiment en pierre sèche pour abriter les moutons, pour la traite des brebis, les soins et pour la préparation des fromages et autres produits laitiers. (mitato, Karpathos, Crète).

Μονάρα, η (Ελ. μοναρέα)
gite; repaire

-Μέρος όπου μαζεύονται στην ύπαιθρο τα ζώα τη νύκτα. (Κάρπαθος).
-Lieu dans la campagne où se rassemblent les animaux pour y passer la nuit. (monara, Karpathos).

Μουσάντρα, η
__

-Ξύλινο διαμέρισμα του σπιτιού στην Κάρπαθο, που αποτελεί τη συνέχεια του σουφά (πανωσούφι). Έχει κάγκελα και χρησιμεύει για να αποθηκεύουν στρώματα, χράμια, ρούχα, ξηρούς καρπούς και κιβώτια, κτλ. Βρίσκεται στο πιο εσωτερικό τμήμα του σπιτιού, σε σχέση με την είσοδο. (Κάρπαθος).
-Estrade en bois à l'intérieur de la pièce centrale de la maison et don't la partie basse (le sofa) sert de lit et la partie haute sert de rangement et de dépôt. (mousadra, Dodécanèse).

Μπατηστή πέτρα
__

-Πέτρες βαλμένες κάθετες προς το χώμα. Για το χτίσιμο των βασταών οι ορθογώνιες πέτρες τοποθετούνται μπατιστές (batistes, κάθετες). (Κάσος).
-Les pierres rectangulaires qui sont placées verticalement dans la construction d' un mur de soutènement. (batisti, Cassos).

Μύστρο, το
truelle

-Μυστρί, εργαλείο κτιστών, "να μυστρίσωμετ-τοτ-τοίχο". (Κάρπαθος).
-Outil de maçon pour étendre le mortier sur les joints ou pour faire les enduits de plâtre. (mistro, Karpathos).

Ξ

Ξεροτρόχαλος (ξεροτρόχαλος) τοίχος
__

-Τοίχος χτισμένος με ξερολιθιά. Βλέπε "τοίχιασμα" για τον τρόπο κατασκευής.
-Maçonnerie en pierre sèche, mur en pierre sèche, à sec sans mortier. (xerotrachalo, xerotrochalo).

Ο

Ορός, ο (Ελ. τρουλλία)
borne

-Σημάδι διαχωριστικό, όρια χωραφιών. Σχηματίζονται από πέτρες ή είναι έναι μικροί σωροί από χώμα και πέτρες. Στην Έλυμπο οι οροί λέγονται τρουλλία και είναι μικροί λιθοσωροί. (Κάρπαθος).
-Petit tas de pierres dressé entre deux champs destiné à matérialiser la limite entre les deux. (oros; troulia, Karpathos).

Π

Πεζούλα, η
__

-Το πεζούλι της αυλής, πέτρινος τοίχος κοντά στην πόρτα. Πεζούλα κτίζουν στον πέργερο (περίγυρο) της εκκλησιάς ("Στον πέργεροπ-παίζου τα παιδιά και χαλάσατ-τις πλάκες της πεζούλας"). (Κάρπαθος). Σε πολλά μέρη πεζούλα ονομάζεται ο τοίχος αντιστήριξης.
-Rebord en pierre sèche qui sert de banc le long de l'enclos d'une cour.

Περιθέρα, η
__

-Οι περιθέρες είναι μεγάλοι ορθόλιθοι ριζωμένοι κυκλικά στον περίγυρο του αλωνιού, που συγκρατούν τα στάχυα. Βλέπε όμως "μπατιστές". (Κάρπαθος-Karpathos). Περιθέρες: μεγάλες πλάκες που τοποθετούνται πάνω σε ξεροτρόχαλους τοίχους για να τους προστατεύουν από τη βροχή, να μη νεροπίνει. (στην Έλυμπο λέγονται περιφέρες). (Κάσος).
-a. Grandes pierres plantées verticalement dans le sol et qui servent à délimiter une aire de battage.(peritheres batistès, Karpathos); b. Pierres plates posées horizontalement sur les murs en pierre sèche pour y empêcher la pénétration des eaux de pluie. Elles forment un couronnement de mur en dalles horizontales (perithera, Karpathos-Cassos).

Περίολος
enclos

-Περίβολος, μικρό χωράφι κλεισμένο με τοίχο. (Κάσος).
-Petit champ clôturé par un mur en pierre sèche. (periolos, perivolos, Cassos).

Πλαούλλα, η
__

-Κατωφερές χωράφι στα πλάγια βουνού, μικρή κλιτύς καλλιεργήσιμη. ("Ένα βοσκός κατέ(β)αινε π'πο μιάν ορτή παλούλλα/ κι'είχετ-τη σκούφιατ-του στρα(β)ά και τα μαλλιά του τσούλλα"). (Κάρπαθος). Επίσης Πλαούλα: πολύ επικλινές λουρί που μπορεί κανείς να το σκάψει όρθιος, το χώμα του το συγκρατούν με βασταό που χτισμένο στη βάση του. (Κάσος).
-a. Champ à forte pente sur le flanc d'une montagne. (Karpathos); b. Parcelle en terrasse trop étroite qui ne peut être travaillée qu' à la bêche et dont la terre est soutenue par un mur de soutenement en pierre sèche. (plaoula, plajia, Cassos).

Πλάκα, η (το πλακάκι)
__

-Πλάκες της αυλής, κτλ. "η αυλή μας είναι νακόμ' απλάκωτη", πλακοστρώνω και πλακοστρωμένο. (Κάρπαθος).
-Dalle de pierre servant a revêtir la surface de la cour; plaque. (plaka, Karpathos).

Πόρος, ο
__

-Είσοδος της μάντρας, "οι (β)οσκοί στέκουτται στοπ-πόρο και αρμέ(γ)ου." "Εστάθη στοπ-πόροκ-κ'ηρπαξεν ένα σφαχτόπ-πούβγαινε όξω." Ποροστάτης λέγεται εκείνος που στέκεται δίπλα στην είσοδο της μάντρας. (Κάρπαθος).
-Ouverture aménagée dans l' enclos en pierre sèche et servant d'entrée à la bergerie. (Poros, Karpathos).

Ποταμόσυρμα, το
__

-Αγρός σε γυροποταμιά, "αυτού (δ)ο το ποταμόσυρμα (γ)υρεύεις δέκα λίρες να το πουλήσεις;" (Κάρπαθος).
-Parcelle en bordure d'un torrent (potamosyrma, Karpathos).

Πωρί, το
pierre poreuse

-Πωρόλιθος "φέρε μου' να κάρροπ-πωρίν- να χτίσωμετ-τοίχο", και πωρένος. (Κάρπαθος).
-tuf (pori, Karpathos)

Ρ

Ράμμα, το
cordeau

-Σπάγγος του οικοδόμου που χρησιμεύει για το ίσιωμα των τοίχων.
-Corde que l'on tend entre deux points pour aligner les pierres ou pour tracer une ligne droite (rama).

Ρούγα, η (Ελ)
__

-Μέρος κλειστό, περιφραγμένο που περιέχει αλώνι και τόπο για τα στάχυα και τις θημωνιές. Ρο(γ)αρίζω: επισκευάζω την άλωνα. (Κάρπαθος).
-Enclos en pierre sèche qui renferme l'aire de battage et les meules de céréales, de paille et de foin (rouga, Karpathos).

Σ

Σκάλες
terrasses

-Πλαγιές διαμορφωμένες με διαδοχικές σειρές από βασταούς. (πλαγίες όπου οι απανωτοί λώροι σχηματίζουν σκάλες). Τοπωνύμιο της Παναγιάς οι Σκάλες (Ημπορειό και Παναγιά). (Κάσος).
-Pentes aménagées en terrasses (skales, Cassos).

Σκάμματα, τα. (Ελ)
__

-Μικρά άγονα χωράφια στις πλαγιές που καλλιεργούνται μόνο με σκάψιμο, από έναν σκαφιό (εργάτης σκάφτης). "Έχεις και σου δυο τρία σκάμματα και φο(β)ιρίζεις τοκ-κόσμο." (Κάρπαθος).
-Parcelles épierrées situées sur les pentes et qui sont cultivées par des terrassiers à l'aide de la pioche (skamata, Karpathos).

Σκιάκι, το (τα σκιάκια)
__

-Λεπτά κλαδιά και βέργες από ασκέλινο (άρκευθος, Juniperus) ή κόμαρα, μήκους ένα ως ενάμιση μέτρα με τα οποία σκεπάζουν τις στέγες, τοποθετώντας τα πάνω από τα δοκάρια. Πάνω στα σκιάκια μπαίνουν αστοιβές και από πάνω από τα αγγάθια το αδιάβροχο χώμα της πατελλιάς. "Πάω να κόψω μερικά σκιάκια για να (δ)ωρώσωμετ-το στάβλομ-μας." (Κάρπαθος-Karpathos). Σε πολλά νησιά, όμως, τα οικοδομήματα στεγάζονται μόνο με πέτρες (Κυκλάδες, Χάλκη, πολύνησο Νισύρου).
-Branchage de genévrier, lentisque; d'arbousier etc, servant de couvrement des toitures-terrasses. Ces branches sont, à leur tour, couvertes d'une couche d'épineux sur laquelle est mise une terre imperméable dite patelia (skiaki, Karpathos).

Σκουρί, το
pierre crue

-Ακατέργαστη πέτρα και μεγάλα λιθάρια. "Αυτός ο παλλαρός εκά(θ)ετοκ-κ' εκύλα σκουριά κάτω 'που το (β)ουνί." (Κάρπαθος).
-Pierre brute non équarrie (skouri, Karpathos).

Σουφάς, ο
sofa

-Ο σοφάς, ψηλό ξύλινο χώρισμα της καρπαθίτικης οικίας ενάμιση ως δυο μέτρα ύψους. Χωρίζεται σε δύο μέρη τον πάνω (πανωσούφι) και τον κάτω σοφά. Ο σουφάς έχει πάτωμα από σανίδες πάνω στις οποίες κοιμούνται οι άνθρωποι απλώνοντας τα στρώματα. Σε ορισμένα σπίτια σε συνέχεια του πάνω σουφά υπάρχει η μουσάντρα, ύψους δύο ως τρία μέτρα από το έδαφος, τον πάτο του σπιτιού. Γύρω από τον σουφά, πάνω και κάτω, υπάρχουν ξύλινα κάγγελα τορνευμένα που ονομάζονται παραμακλίκια. Πάνω σ' αυτά στολίζουν μαντήλες και άλλα πράγματα του σπιτιού. (Κάρπαθος).
-Estrade surelevée ayant un planché en bois et sur laquelle on pose la litière. Le sofa comporte une balustrade mouluré (sofa, soufas, Karpathos).

Στάβλος, ο
etable, bergerie

-Στην Κάσο οι στάβλοι είναι αντίστοιχοι με τα μητάτα ή μαντροκαθίσματα της Καρπάθου. Χτίζονται όμως κοντά στα σπορίσιμα μέρη. Οι παλαιοί στάβλοι ήταν ξεροτρόχαλοι, σκεπασμένοι με δώμα, είχαν μια πόρτα και μικρές θυρίδες για αερισμό, είχαν επίσης ένα ξύλινο χώρισμα (μπουλουμέ) που τους χώριζε εσωτερικά σε δύο τμήματα. Στο πρώτο ήταν ο σουφάς για τον ύπνο, και στο δεύτερο μέρος η αποθήκη για σιταροκρίθαρα και άχυρα. Ο προηγμένος τύπος στάβλου είναι σοβατισμένος με περιποιημένο εσωτερικό και διαθέτει μερικές ανέσεις. (Κάρπαθος-Karpathos). Αντίστοιχο κτίσμα με τους περιβόλους τους ονομάζεται σταβλί στη Τζιά. Βλέπε όσα λέγονται στη λέξη "μαντροκάθισμα".
-Ensemble agropastoral avec une habitation en pierre sèche. (stavlos).

Στάφνη, η
__

-Η στάθμη των μαστόρων και των οικοδόμων με την οποία βρίσκουν την κάθετο (σταφνίζω). Οι ξεροτράχαλοι (ξερολιθικοί) τοίχοι δεν είναι απόλυτα κάθετοι, έχουν παχύτερη βάση και μια ελαφρή κλίση προς τα μέσα. (Κάρπαθος).
-Fil à plomb servant à établir la verticale. Les parements en pierre sèche ont une légère inclinaison et une épaisseur décroissante de la base au sommet afin de renforcer leur équilibre. (stathmi, Karpathos).

Στρογγύλι, το
__

-Κυλινδρική βαριά πέτρα με την οποία πατούν, κάθε χρόνο, στα δώματα των σπιτιών και των καλυβιών την πατελία (Κάρπαθος). Στη νήσο Τήλο ονομαζονται κυλίστρες.
-Meule cylindrique en pierre servant à ecraser et à aplatir la terre argilleuse ou volcanique (patelia) des couvrements des habitations et des cabanes.

Σμίλη ή σμιλιά
ciseau, burin 
-Η σμίλη, εργαλείο για την επεξεργασία της πέτρας.
- (smili)

Σφιλάσσο
__

-Σκοινί φτιαγμένο από χόρτο. (Κάσος).
-Cordage rustic fabriqué avec des herbes (sfilasso, Casos).

Τ


Ταύλα
__

-Στενόμακρο χωράφι στις πλαγίες το χώμα του οποίου συγκρατεί το βαστάδι. Οι ταύλες (ή χαλιά) φιάχνονται και κτίζονται κλιμακωτά, σε σκαλουσιές, έχουν όξω μεριά και όσσω μεριά (μέσα), ή πρώτη από κάτω ταύλα εν ός χωραφιού λέγεται "κάτω μεριά" και η τελευταία, στο ψηλότερο σημείο, "πάνω μεριά". Οι δύο άκρες κάθε ταύλας, εκεί που αρχίζουν και τελειώνουν, λέγονται καντούνια. (Νίσυρος).
-Parcelles en terrace retenue par un mur en pierre sèche (tavla, Nisyros).


Τοιχία, τα (Ελ.)
__

-Του αγρού οι τοίχοι "ήρριξεκ-κάτω τα τοιχία του χωραφιού ο (γ)είτονάς μας." (Κάρπαθος).
-Murets en pierres sèches délimitant les parcelles (tichia, Karpathos).


Τοίχιασμα
__

-Περίβολος αμπελιού ή δεντροφυτείας ύψους 1,5 ως 2 μ. Χωράφια τοιχιασμένα όπου προφυλάσσουν τα δέντρα. (Οι τοίχοι των τοιχιασμένων είναι (δ)ιπλότοιχοι, πρέπει ή να δουλεύονται ταυτόχρονα από μέσα και από έξω, ή ο χτίστης να πηγαινοέρχεται πότε μέσα, πότε έξω. Τα κενά ανάμεσα στους δύο τοίχους τα δένουν με χαλίκια, διότι "οφτσερό σατσί ε στέτσεται" δηλ. άδειο τοιχί δεν στέκεται. (Κάσος).
-Mur de pierre sèche à deux parements, servant de clôture des vignobles et des vergers. Hauts de 1,5 à 2 m ils sont généralament couronné de plantes épineuses pour empecher l'escalade (tichiasma, Casos). Lors de la construction, l'intérieur entre les deux parements est rempli de cailloux et de débris de pierres (la blocaille).


Τσόκος, ο
__

-Σφυρί για το σπάσιμο της πέτρας. (Στην Ήπειρο τσόκ, cok, κατά τον Μιχαηλίδη-Νουάρο από περσική λέξη) (Κάρπαθος). Το βαρύ σφυρί για "πελέκα" με το καλέμι λέγεται στη Νίσυρο Μαθρακάς.
-Marteau pour équarrir ou ébaucher les moellon des maçonneries en pierre sèche. Sorte de smille pointu avec lequel le carrier pique les pierres crues pour les régulariser (tsok).

X


Χαλίτσια
cailloux

-Χαλίκια. (Κάσος-Cassos).
-(chalikia).


Χολέντρα, η
conduit d'eau

-Η υδρορροή που μεταφέρει το βρόχινο νερό από το δώμα στη στέρνα (τη λατσία, λασσία) (Κασος, Κάρπαθος).
-cheneau (cholendra, Cassos, Karpathos)


Χουέλη, η
__

-Το χώμα που κατεβαίνει από τις πλαγιές: "Στηχ-χουέλητ-το σπαρμένο γ-γίνεται ψηλό." βλέπε και κατασταλός, λάσπη και το χώμα που κάθεται (κατασταλάζει) από τις πλαγιές σε επίπεδα μέρη και αυξάνει την ευφορία του χωραφιού. Στην Κάσο χούελη ονομάζουν το θολό νερό στον πάτο της λασσίας. (Κάρπαθος).
-Dépôt de terre ou de boue que la pluie entraine vers les parcelles situées en bas de pente. Dépôt boueux qui se forme au fond des citernes. (choueli, katastalos, Karpathos-Cassos).


Χοχλάκι, το
cailloux

-Τα χοχλάκια είναι οι στρογγυλές μαύρες και άσπρες πέτρες που βρίσκονται στα ποτάμια και στην παραλία. Με αυτά στρώνουν τις αυλές, και παλιότερα και τους πάτους ορισμένων σπιτιών. (Κάρπαθος). Οι λειασμένα χαλίκια, με άσπρα και μαύρα χοχλάκια στρώνουν τις αυλές. (Κάσος).
-Cailloux lisses (de rivière ou de mer) généralement noirs et blancs, qui servent comme cailloutée à couvrir et à enjoliver les cours, les jardins et l'intérieur de certaines cabanes, (chochlaki).


Χοχλακούρα ή χοχλατσιά
amas d'épierrage

-Λιθοσωροί, όπου σωρίαζουν τα χαλίκια και τα χοχλάκια που βγάζουν από τα χωράφια για να τα καθαρίσουν. Τωπονύμια: Χοχλατσερά (Αρμάθια), Χοχλακούρα (Θεμόνι), Χοχλακούρες (Άργος), Χοχλατσιές (Αγ.Μαρίνα-Αρβανιτοχώρι). (Κάσος). Χοχλακουρά, η. Σωρός από πέτρες "Μια χοχλακούραν ήβγαλες απού το ξελίσγωμα τ' αμπελιού σου. (Κάρπαθος).
-Tas d'épierrement (chochlakoura, Karapathos).


Χώματα
sols ou terres

-Τα χώματα διακρίνονται σε κότσινα χώματα (καλά), σε άσπρα (χρειάζονται κοπριά), σε χοχλατσερά (κοντά σε ρέματα κατάλληλα για αμπέλια και δέντρα), σε αμμου(δ)ερά (χρειάζονται κοπριά). (Κάσος).
-Différents types de terres servant à la culture, terres rouges (bonnes), terres blanches (ayant besoin de fumier), terre à cailloux, terres sabloneuses (ayant besoin de fumier).


Χωραφότοιχος
__

-Ο τοιχισμένος περίβολος ενός χωραφιού, ύψους ενός μέτρου, που μπορεί να είναι ξεροτρόχαλος ή τοιχιασμένος. (Κάσος).
-Mur de clôture des parcelles et des champs haut d'environ 1 m (chorafotichos).


Χωραφότοιχος Νεφρωμένος
mur couronne

-Χωραφότοιχος υπερυψωμένος για να μην τον πηδούν οι κατσίκες. (Αστιές, ασπάλαθοι και στσίνοι τοποθετούνται πάνω στους ξεροτράχαλους τοίχους ως εμπόδιο για τις κατσίκες). (Κάσος).
-Mur de clôture ou de séparation couronné d'épineux pour dissuader les animaux de les escalader.