Ενδεικτικός Κατάλογος

Achillea millefolium. Αγριαψιθιά.
Anagyris. Ανάγυρος.
Anemona nemorosa. Ανεμόνα.
Anthemis. Αγριομαργαρίτα.
Arbutus unedo. Κουμαριά,
Aristolochia. Λυχναράκι.
Arundo. Καλάμι, το. «πήγαινε κόψε μου δυο τρία καλάμια για φυσερά». Καλαμιώνας. Καλαμωτή: πλέγμα για το κοσκίνισμα του χώματος ή δεμένα καλάμια σε επίπεδη επιφάνεια είτε για σκέπαστρο ή για να τοποθετηθούν επάνω μεταξοσκώληκες.
Asparangus. Σπαράγγι.
Avena. Βρόμη.
Borago (bourache). Βοράντζα.
Calicotome. Ασπάλαθος, ο. Αθάμιγας. Θάμνος ξυλώδης, αγκαθωτός με μικρά κίτρινα λουλούδια. «ήπεσε μεσ’ στους ασπαλάθους και ξεντερίστηκε το πρόσωπόμ-μου». Λέγεται επίσης με τον γλωσσοδέτη: ασπαλαθο-πριναρο-κουρμουλό-ξυλο. (Κάρπαθος).
Capparis. Κάπαρι.
Carduus. Γαϊδουράγκαθο.
Castanea. Καστανιά.
Ceratonia. Χαρουπιά, κοντουρουδιά.
Clematis. Αγραμπελίδα.
Cistus. Κίστος, λαδανιά.
Crocus. Ζαραφάς, ο. Ο κρόκος από το οποίο παράγεται η χρωστική και αρωματική ζαφορά (it. zaferano, fr. safran).
Cynara cardunculus. Αγριαγκινάρα.
Ecballium. Αγγουρά, η. Πικραγγουριά.
Erica arborea. Έργκα , η . ρίκη. Εργακτινός, κλάδος της έργκας που χρησιμεύει ως φράκτης στην είσοδο του αμπελιού, και γενικότερα κάθε φράκτης που φτιάχνεται με έργκα. Με την έργκα φτιάχνουν σκούπες. (Κάρπαθος).
Foeniculum. Μάραθο.
Ferula. Νάρθηκας.
Ficus. Συκιά.
Hedera. Κισσός.
Hordeum. Κριθάρι.
Juncus. Βρούλλο , το. Το βούρλο, η βρουλιά, μέρος με πολλά βούρλα. Στο τοπωνύμιο Βρουλλίδα φυτρώνουν βούρλα και τρέχει λίγο νερό. Με τα βρούλλα πλέκεται ψάθα.
Juniperus communis. Ασκέλινος , ο. ¶ρκευθος, λέγεται φίδα ή κέδρος σε άλλα μέρη του Αιγαίου (Juniperus phoenicia). Αγριοκυπαρίσι.
Genistra acanthoclada. Αφάνα ή Αστοιή , αστοιβή.
Lathyrus sativus. Λαθούρι.
Malva. Αμόλοχας, ο. Μολόχα.
Morus. Μουριά, συκαμινιά, μαρονά, η. Υπάρχουν «άσπρη μαρονά και μαύρη μαρονά». Μαρονόφυλλα για το καματερό (μεταξωσκώληκες) ή για τα αρνιά. (Κάρπαθος).
Myrtus. Μερτά , η (Ελ. μερτέα). Μυρτιά, μυρσίνη.
Nerium (oleandre). Πικροδάφνη.
Olea. Αγγριλλός , ο. Αγριελιά
Opundia. Φραγκοσυκιά.
Oxalis. Ξυνίθρα.
Phoenix. Βαέα η, τα βάγια. Φοίνικας. Τα μακρυά φύλλα των άγριων φοινίκων. Η βαγία, η φοινικιά. Την Κυριακή των Βαϊων τα βάγια κόβονται και πλέκονται σε σχήμα σταυρών, ηλίων, φεγγαριών και άλλων σχημάτων. Στη συνέχεια, δένονται σε κλαδί ελιάς και τα πηγαίνουν στην εκκλησία να ευλογηθούν. Τα βάγια αυτά και η ελιά τα βάζουν στο εικονοστάσι. (Κάρπαθος).
Pistacia lentiscus. Σχίνος, σκίνος. Ασκινάρι.
Pyrus. Αχλαδιά.
Quercus coccifera (kermes). Πρίνος, πουρνάρι.
Quercus macrolepis. Βαλανιδιά, δρυς.
Quercus ilex. Αριά.
Quercus pubescens. Βαλανιδιά.
Rubus. Βάτος, βατομουριά.
Sonchus. Ζοχός, τζοχούδι.
Spartium. Σπάρτο.
Thymus. Αθυμάϊ, το. Θυμάρι, αθυμάδι. Αθυμεάμελο: το θυμαρίσιο μέλι. (Κάρπαθος).
Trifolium. Τριφύλλι.
Typha. Ψαθί.
Urginea maritima. Αθάνατη, η. Σκύλα, σκυλοκρεμύδα (κρομμύδα, σκέλλα), το βλαστάρι της ονομάζεται ματσούκι. «από την αθάνατη κάννουσι ματζούνι.» Πρβλ όμως «ματσούκκι, το» : τρυφερός βλαστός φυτού ονομαζόμενου σκελλαντουρί(δ)α ή παπούτσα. Το ίδιο φυτό λέγεται ασπέτιλλας όταν ξεραθεί. (Κάρπαθος).
Urtica. Ακνιά, η. Τσουκνίδα (ακνίδα). Υπάρχει και η κατσακνιά, ήμερη ποικιλία που τρώγεται.
Vitex. Λυγαριά, λυγός.
Vitis. Αμπέλι.
Frygana. Πατσούλια, τα. Φρύγανα, «τα πατσούλια τάκαμες θρούαλλα (θρίψαλα)». Ξύλα καύσιμα από θάμνα. (Κάρπαθος).
Mousse. Βρύα, τα (Ελ) λέγεται η πράσινη βλάστηση που αναπτύσσεται πάνω στα νερά που λιμνάζουν. («Όσο κάθεται η πέτρα τόσο βρυώνει»).
Paille. Καλαμά , η. Το λεπτό στέλεχος των σιτηρών που μένει στο χώμα μετά το θέρισμα. «Το χωράφι έχει πολλήκ-καλαμά να (β)άλλωμεμ-μέσα τα ζωντανά να φάσι.» Πρβλ. κόντυλο, το , μεγάλο άχυρο «(β)άλε του μουλαριού εμμεδιά κόντυλα να φάει». (Κάρπαθος).